Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Demotion
01
υποβιβασμός, κατάταξη
a reduction in one's rank, position, or status, often as a form of punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
demotions
Λεξικό Δέντρο
demotion
motion
mot



























