Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demur
01
αντιτίθεμαι, διστάζω
to express one's disagreement, refusal, or reluctance
Intransitive: to demur | to demur at sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demur
γ΄ ενικό πρόσωπο
demurs
ενεστώτα μετοχή
demurring
απλός αόριστος
demurred
παθητική μετοχή
demurred
Παραδείγματα
When asked to work overtime, Sarah demurred, citing family commitments.
Όταν της ζητήθηκε να κάνει υπερωρίες, η Σάρα επέμεινε, αναφέροντας οικογενειακές υποχρεώσεις.
02
αντιτίθεμαι, εκφράζω αμφιβολίες
to raise objections or express doubts about the validity or sufficiency of a legal claim or argument
Intransitive
Παραδείγματα
The defense attorney demurred, arguing that the prosecution's evidence was insufficient.
Ο δικηγόρος υπεράσπισης επέμενε, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία της κατηγορίας ήταν ανεπαρκή.
Demur
01
αντίρρηση, έκφραση διαφωνίας
a motion filed in court by a party, typically a defendant, raising a point that even if the facts alleged by the other side are true, they do not state a valid legal claim
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
demurrers
Παραδείγματα
The defendant filed a demur, arguing the complaint didn't allege any breach of contract.
Ο εναγόμενος υπέβαλε ένα ένσταση, υποστηρίζοντας ότι η καταγγελία δεν υποστήριζε καμία παράβαση σύμβασης.
Λεξικό Δέντρο
demurrer
demur



























