demote
de
ντι
mote
ˈmoʊt
μουτ
/dɪmˈə‍ʊt/

Ορισμός και σημασία του "demote"στα αγγλικά

to demote
01

υποβιβάζω, κατατάσσω σε κατώτερη θέση

to lower the rank or position of someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demote
γ΄ ενικό πρόσωπο
demotes
ενεστώτα μετοχή
demoting
απλός αόριστος
demoted
παθητική μετοχή
demoted
Παραδείγματα
The company decided to demote him after his performance dropped significantly.
Η εταιρεία αποφάσισε να τον υποβιβάσει μετά από σημαντική πτώση της απόδοσής του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store