Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demarcate
01
οριοθετώ, διαχωρίζω
separate clearly, as if by boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demarcate
γ΄ ενικό πρόσωπο
demarcates
ενεστώτα μετοχή
demarcating
απλός αόριστος
demarcated
παθητική μετοχή
demarcated
02
οριοθετώ, συγχωρώ
to mark or establish the boundaries or limits of something clearly
Παραδείγματα
Engineers demarcated the pipeline route across the countryside with marker flags.
Οι μηχανικοί ορίστηκαν τη διαδρομή του αγωγού μέσα από την ύπαιθρο με σημαίες δείκτη.
Λεξικό Δέντρο
demarcation
demarcate



























