Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demarcate
01
οριοθετώ, διαχωρίζω
separate clearly, as if by boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demarcate
γ΄ ενικό πρόσωπο
demarcates
ενεστώτα μετοχή
demarcating
απλός αόριστος
demarcated
παθητική μετοχή
demarcated
02
οριοθετώ, συγχωρώ
to mark or establish the boundaries or limits of something clearly
Παραδείγματα
The architect demarcated the different functional zones within the building plans.
Ο αρχιτέκτονας οριοθέτησε τις διαφορετικές λειτουργικές ζώνες στα σχέδια του κτιρίου.
Λεξικό Δέντρο
demarcation
demarcate



























