Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defrost
01
αποψύχω, λιώνω τον πάγο
to cause something frozen become warmer to melt away the ice or frost
Transitive: to defrost sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defrost
γ΄ ενικό πρόσωπο
defrosts
ενεστώτα μετοχή
defrosting
απλός αόριστος
defrosted
παθητική μετοχή
defrosted
Παραδείγματα
She uses the microwave to defrost frozen vegetables quickly.
Χρησιμοποιεί το μικροκύματο για να αποψύξει γρήγορα τα κατεψυγμένα λαχανικά.
02
αποψύχω, λιώνω
to soften or melt due to an increase in temperature
Intransitive
Παραδείγματα
The windshield defrosts quickly when the sun comes out.
Το παρμπρίζ ξεπαγώνει γρήγορα όταν βγαίνει ο ήλιος.



























