Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deform
01
παραμορφώνω, αλλάζω το σχήμα
to change the shape of something out of its usual shape
Transitive: to deform sth
Παραδείγματα
Heavy pressure on the metal sheet can deform it, resulting in a bent or twisted form.
Η ισχυρή πίεση στο μεταλλικό φύλλο μπορεί να το παραμορφώσει, με αποτέλεσμα μια λυγισμένη ή στριμμένη μορφή.
02
παραμορφώνομαι, αλλοιώνομαι
to lose one's proper shape
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deform
γ΄ ενικό πρόσωπο
deforms
ενεστώτα μετοχή
deforming
απλός αόριστος
deformed
παθητική μετοχή
deformed
Παραδείγματα
Plastic left in the sun will deform.
Το πλαστικό που αφήνεται στον ήλιο θα παραμορφωθεί.
03
παραμορφώνω, αλλοιώνω
to change the shape of something in an undesirable way
Transitive: to deform sth
Παραδείγματα
Prolonged exposure to acid rain could deform the thin protective layers of some plants.
Η παρατεταμένη έκθεση στην όξινη βροχή θα μπορούσε να παραμορφώσει τα λεπτά προστατευτικά στρώματα μερικών φυτών.



























