Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deforest
01
αποδασώνω, ξεδασώνω
to clear an area of trees, typically by cutting them down extensively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deforest
γ΄ ενικό πρόσωπο
deforests
ενεστώτα μετοχή
deforesting
απλός αόριστος
deforested
παθητική μετοχή
deforested
Παραδείγματα
By the time the environmentalists arrived, the company had already deforested most of the land.
Μέχρι να φτάσουν οι περιβαλλοντολόγοι, η εταιρεία είχε ήδη αποψιλώσει το μεγαλύτερο μέρος της γης.
Λεξικό Δέντρο
deforest
forest



























