deficit
de
ˈdɛ
de
fi
fi
cit
sɪt
sit

Ορισμός και σημασία του "deficit"στα αγγλικά

01

έλλειμμα, έλλειψη

the difference between the needed amount that is higher than the available amount, especially money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deficits
Παραδείγματα
The government faced a budget deficit due to increased spending and decreased revenue. 

Η κυβέρνηση αντιμετώπισε έλλειμμα προϋπολογισμού λόγω αυξημένων δαπανών και μειωμένων εσόδων.

02

έλλειμμα, έλλειψη

an amount by which what is needed or expected exceeds what is available 
Παραδείγματα
There was a deficit of volunteers for the charity event. 

Υπήρχε έλλειμμα εθελοντών για τη φιλανθρωπική εκδήλωση.

03

έλλειμμα, υστέρηση

the amount by which a competitor or team is losing 
Παραδείγματα
The basketball team worked hard to overcome a 15-point deficit. 

Η ομάδα μπάσκετ δούλεψε σκληρά για να ξεπεράσει ένα έλλειμμα 15 πόντων.

04

έλλειμμα, διαταραχή

a weakness or loss in cognitive or neurological function 
Παραδείγματα
The patient showed a deficit in short-term memory. 

Ο ασθενής έδειξε έλλειμμα στη βραχυπρόθεσμη μνήμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store