Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deficit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deficits
Παραδείγματα
The government faced a budget deficit due to increased spending and decreased revenue.
Η κυβέρνηση αντιμετώπισε έλλειμμα προϋπολογισμού λόγω αυξημένων δαπανών και μειωμένων εσόδων.
02
έλλειμμα, έλλειψη
an amount by which what is needed or expected exceeds what is available
Παραδείγματα
There was a deficit of volunteers for the charity event.
Υπήρχε έλλειμμα εθελοντών για τη φιλανθρωπική εκδήλωση.
03
έλλειμμα, υστέρηση
the amount by which a competitor or team is losing
Παραδείγματα
The basketball team worked hard to overcome a 15-point deficit.
Η ομάδα μπάσκετ δούλεψε σκληρά για να ξεπεράσει ένα έλλειμμα 15 πόντων.
04
έλλειμμα, διαταραχή
a weakness or loss in cognitive or neurological function
Παραδείγματα
The patient showed a deficit in short-term memory.
Ο ασθενής έδειξε έλλειμμα στη βραχυπρόθεσμη μνήμη.



























