Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deficit
Παραδείγματα
The deficit in qualified personnel posed a challenge for the healthcare system.
Το έλλειμμα σε προσωπικό με προσόντα αποτέλεσε πρόκληση για το σύστημα υγείας.
02
έλλειμμα, έλλειψη
an amount by which what is needed or expected exceeds what is available
Παραδείγματα
Supply shortages created a deficit in essential goods.
Οι ελλείψεις προμήθειας δημιούργησαν έλλειμμα σε απαραίτητα αγαθά.
03
έλλειμμα, υστέρηση
the amount by which a competitor or team is losing
Παραδείγματα
The deficit in the final set was too big to recover from.
Το έλλειμμα στο τελικό σετ ήταν πολύ μεγάλο για να ανακάμψει.
04
έλλειμμα, διαταραχή
a weakness or loss in cognitive or neurological function
Παραδείγματα
Speech deficits were apparent after the stroke.
Τα ελλείμματα του λόγου ήταν εμφανή μετά το εγκεφαλικό.



























