defendant
de
di
fen
ˈfɛn
fen
dant
dənt
dēnt
dependantdescendant

Ορισμός και σημασία του "defendant"στα αγγλικά

01

εναγόμενος, κατηγορούμενος

a person in a law court who is sued by someone else or is accused of committing a crime 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defendants
Παραδείγματα
The defendant pleaded not guilty to the charges of theft and fraud. 

Ο κατηγορούμενος δήλωσε αθώος για τις κατηγορίες κλοπής και απάτης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store