defector
de
di
fec
ˈfɛk
fek
tor
deflatordetectordefecatordeflector

Ορισμός και σημασία του "defector"στα αγγλικά

01

λιποτάκτης, προδότης

a person who abandons their duty (as on a military post) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
defectors
02

λιποτάκτης, προδότης

a player who switches allegiances or teams, typically to gain an advantage or for strategic reasons 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

defector
defect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store