Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to default
01
παραβιάζω, κάνω default
to fail at accomplishing an obligation, particularly a financial one
Intransitive: to default | to default on an obligation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
default
γ΄ ενικό πρόσωπο
defaults
ενεστώτα μετοχή
defaulting
απλός αόριστος
defaulted
παθητική μετοχή
defaulted
Παραδείγματα
If you miss your mortgage payments, you may default on your home loan.
Εάν χάσετε τις πληρωμές της υποθήκης σας, μπορείτε να παραβείτε το δάνειο σας.
02
προεπιλεγμένο, ορίζω ως προεπιλογή
(of a computer program) to always do the same thing unless instructed differently
Intransitive: to default to a specified action
Παραδείγματα
If you don’t choose a printer, the system will default to the one nearest to your location.
Εάν δεν επιλέξετε εκτυπωτή, το σύστημα θα προεπιλέξει αυτόν που βρίσκεται πιο κοντά στη θέση σας.
Default
01
απουσία, παράλειψη
a failure to appear or respond in a required setting, especially in legal or competitive contexts, resulting in automatic loss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defaults
Παραδείγματα
The team lost by default when they failed to arrive on time.
Η ομάδα έχασε λόγω απουσίας όταν απέτυχε να φτάσει εγκαίρως.
02
προεπιλογή, προκαθορισμένη ρύθμιση
a predefined option based on which a computer or other device performs a particular task unless it is changed
Παραδείγματα
The email client automatically sends messages to the "Spam" folder by default unless the user specifies otherwise.
Ο πελάτης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στέλνει αυτόματα τα μηνύματα στο φάκελο "Ανεπιθύμητα" από προεπιλογή, εκτός εάν ο χρήστης καθορίσει διαφορετικά.
03
παράβαση πληρωμής, αθέτηση υποχρέωσης
a failure to fulfill a financial obligation, especially the repayment of a loan or debt, often resulting in legal consequences or damage to credit
Παραδείγματα
The bank reported a default on the mortgage after three missed payments.
Η τράπεζα ανέφερε μια παράβαση στη στεγαστική υποθήκη μετά από τρεις παραλειπόμενες πληρωμές.
Λεξικό Δέντρο
defaulter
default



























