defalcate
de
ντι
fal
ˈfæl
φαιλ
cate
keɪt
κειτ
/dɪfˈalkeɪt/

Ορισμός και σημασία του "defalcate"στα αγγλικά

to defalcate
01

καταχρώμαι, υπεξαιρώ

appropriate (as property entrusted to one's care) fraudulently to one's own use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defalcate
γ΄ ενικό πρόσωπο
defalcates
ενεστώτα μετοχή
defalcating
απλός αόριστος
defalcated
παθητική μετοχή
defalcated

Λεξικό Δέντρο

defalcation
defalcator
defalcate
defalc
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store