Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decompose
01
αποσυντίθεται, σαπίζω
to break down into simpler parts or substances
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decompose
γ΄ ενικό πρόσωπο
decomposes
ενεστώτα μετοχή
decomposing
απλός αόριστος
decomposed
παθητική μετοχή
decomposed
Παραδείγματα
In the garden, the organic matter will decompose and improve the soil.
Στον κήπο, η οργανική ύλη θα αποσυντεθεί και θα βελτιώσει το έδαφος.
02
αποσυνθέτω, αποσυντίθεμαι
to cause something to break down or disintegrate into simpler substances
Transitive: to decompose organic matter
Παραδείγματα
Ultraviolet radiation from the sun can decompose ozone molecules in the stratosphere.
Η υπεριώδης ακτινοβολία από τον ήλιο μπορεί να αποσυνθέσει τα μόρια του όζοντος στη στρατόσφαιρα.
Λεξικό Δέντρο
decomposable
decompose
compose



























