Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decompose
01
αποσυντίθεται, σαπίζω
to break down into simpler parts or substances
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decompose
γ΄ ενικό πρόσωπο
decomposes
ενεστώτα μετοχή
decomposing
απλός αόριστος
decomposed
παθητική μετοχή
decomposed
Παραδείγματα
Organic matter can decompose into nutrient-rich soil.
Η οργανική ύλη μπορεί να αποσυντεθεί σε εύφορο έδαφος.
02
αποσυνθέτω, αποσυντίθεμαι
to cause something to break down or disintegrate into simpler substances
Transitive: to decompose organic matter
Παραδείγματα
The composting process decomposes organic waste into nutrient-rich soil through the action of bacteria and other microorganisms.
Η διαδικασία κομποστοποίησης αποσυνθέτει τα οργανικά απόβλητα σε εδαφος πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά μέσω της δράσης βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
decomposable
decompose
compose



























