decolonization
de
ˌdi:
di
co
ko
lo
ni
naɪ
nai
za
ˈzeɪ
zei
tion
ʃən
shēn
decolonisation

Ορισμός και σημασία του "decolonization"στα αγγλικά

Decolonization
01

αποαποικιοποίηση, διαδικασία αποαποικιοποίησης

the process by which colonies or territories gain independence from colonial rule 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The decolonisation of Africa in the mid-20th century led to the emergence of numerous independent nations. 

Η αποαποικιοποίηση της Αφρικής στα μέσα του 20ού αιώνα οδήγησε στην εμφάνιση πολλών ανεξάρτητων εθνών.

Λεξικό Δέντρο

decolonization
colonization
colonizer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store