Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Declension
01
κλίση, ονομαστική κλίση
(in the grammar of some languages) a group of nouns, pronouns, or adjectives changing in the same way to indicate case, number, and gender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
declensions
Παραδείγματα
In Latin, nouns and adjectives undergo various changes in form called declensions based on their role in a sentence."
Στα λατινικά, τα ουσιαστικά και τα επίθετα υπόκεινται σε διάφορες αλλαγές μορφής που ονομάζονται κλίσεις ανάλογα με τον ρόλο τους σε μια πρόταση.
02
κλίση, κατωφερής κλίση
a downward slope or bend
03
πτώση, εκφύλιση
process of changing to an inferior state



























