declared
dec
ˈdɪk
ντικ
lared
lɛrd
λερντ
/dɪklˈe‍əd/

Ορισμός και σημασία του "declared"στα αγγλικά

01

δηλωμένος, ομολογημένος

made known or openly avowed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most declared
συγκριτικός βαθμός
more declared
διαβαθμίσιμο
02

δηλωμένος, σαφώς δηλωμένος

declared as fact; explicitly stated

Λεξικό Δέντρο

undeclared
declared
declare
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store