Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to declassify
01
αποχαρακτηρίζω, απομυστικοποιώ
to remove the classification or status of secrecy from information, making it accessible to the public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
declassify
γ΄ ενικό πρόσωπο
declassifies
ενεστώτα μετοχή
declassifying
απλός αόριστος
declassified
παθητική μετοχή
declassified
Παραδείγματα
The government decided to declassify certain documents related to the historical event.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να αποχαρακτηρίσει ορισμένα έγγραφα σχετικά με το ιστορικό γεγονός.
Λεξικό Δέντρο
declassify
classify
class



























