Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to declassify
01
αποχαρακτηρίζω, απομυστικοποιώ
to remove the classification or status of secrecy from information, making it accessible to the public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
declassify
γ΄ ενικό πρόσωπο
declassifies
ενεστώτα μετοχή
declassifying
απλός αόριστος
declassified
παθητική μετοχή
declassified
Παραδείγματα
The university library is working to declassify its archives for academic research.
Η πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη εργάζεται για την αποχαρακτηρισμό των αρχείων της για ακαδημαϊκή έρευνα.
Λεξικό Δέντρο
declassify
classify
class



























