Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Debunking
01
απομυθοποίηση, διάψευση
the act of revealing and disproving false beliefs, ideas, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The professor took on the task of debunking common misconceptions in his field during his informative lectures.
Ο καθηγητής ανέλαβε το έργο της απομυθοποίησης κοινών παρανοήσεων στον τομέα του κατά τις ενημερωτικές του διαλέξεις.



























