debugger
de
di:
di
bu
ˈbʌ
ba
gger

Ορισμός και σημασία του "debugger"στα αγγλικά

01

αποσφαλματωτής, debugger

a software tool or program used by developers to identify and rectify errors, known as bugs, in computer programs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debuggers
Παραδείγματα
The programmer used a debugger to trace the source of the software bug and resolve the issue efficiently. 

Ο προγραμματιστής χρησιμοποίησε ένα αποσφαλματωτή για να εντοπίσει την πηγή του σφάλματος του λογισμικού και να επιλύσει το πρόβλημα αποτελεσματικά.

Λεξικό Δέντρο

debugger
debug
bug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store