Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to debug
01
αποσφαλματώνω, διορθώνω σφάλματα
(computing) to detect and remove faults in a software
Intransitive
Transitive: to debug a software
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debug
γ΄ ενικό πρόσωπο
debugs
ενεστώτα μετοχή
debugging
απλός αόριστος
debugged
παθητική μετοχή
debugged
Παραδείγματα
The software developer spent hours debugging the program to identify and fix the errors.
Ο προγραμματιστής λογισμικού πέρασε ώρες αποσφαλματώνοντας το πρόγραμμα για να εντοπίσει και να διορθώσει τα σφάλματα.
Λεξικό Δέντρο
debugger
debug
bug



























