to debug
Pronunciation
/diˈbəɡ/

Ορισμός και σημασία του "debug"στα αγγλικά

to debug
01

αποσφαλματώνω, διορθώνω σφάλματα

(computing) to detect and remove faults in a software
Intransitive
Transitive: to debug a software
to debug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debug
γ΄ ενικό πρόσωπο
debugs
ενεστώτα μετοχή
debugging
απλός αόριστος
debugged
παθητική μετοχή
debugged
Παραδείγματα
The software crashed, and the technician had to debug the system to restore it.
Το λογισμικό κατέρρευσε, και ο τεχνικός έπρεπε να αποσφαλματώσει το σύστημα για να το επαναφέρει.

Λεξικό Δέντρο

debugger
debug
bug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store