debt
debt
dɛt
ντετ
/dɛt/

Ορισμός και σημασία του "debt"στα αγγλικά

01

χρέος, χρέωση

an amount of money or a favor that is owed
debt definition and meaning
Παραδείγματα
He repaid his friend, feeling relieved to be free of the personal debt he had owed for so long.
Εξόφλησε τον φίλο του, νιώθοντας ανακούφιση που απαλλάχθηκε από το προσωπικό χρέος που οφειλόταν για τόσο καιρό.
02

χρέος, χρεοκοπία

the condition or state of owing money
debt definition and meaning
Παραδείγματα
The company struggled under the weight of debt.
Η εταιρεία αγωνίστηκε κάτω από το βάρος του χρέους.
03

χρέος, υποχρέωση

an obligation, moral or legal, to pay or fulfill a responsibility
Παραδείγματα
The organization honored its debt to veterans.
Ο οργανισμός τίμησε το χρέος του προς τους βετεράνους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store