debt
debt
dɛt
det
debutdebit

Ορισμός και σημασία του "debt"στα αγγλικά

01

χρέος, χρέωση

an amount of money or a favor that is owed 
debt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debts
Παραδείγματα
After years of diligent saving, he finally managed to pay off his student debt. 

Μετά από χρόνια επιμελής αποταμίευσης, κατάφερε τελικά να ξεπληρώσει το φοιτητικό του χρέος.

02

χρέος, χρεοκοπία

the condition or state of owing money 
debt definition and meaning
Παραδείγματα
She fell into debt after medical expenses. 

Έπεσε σε χρέος μετά από ιατρικά έξοδα.

03

χρέος, υποχρέωση

an obligation, moral or legal, to pay or fulfill a responsibility 
Παραδείγματα
He recognized a debt of gratitude to his teacher. 

Αναγνώρισε ένα χρέος ευγνωμοσύνης προς τον δάσκαλό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store