deboned
de
di:
di
boned
bəʊnd
bewnd

Ορισμός και σημασία του "deboned"στα αγγλικά

01

ξεκοκαλισμένος, χωρίς κόκκαλα

having the bones removed from meat, fish, or poultry 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deboned
συγκριτικός βαθμός
more deboned
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, preparation, meat
Παραδείγματα
She served deboned chicken breast with a creamy sauce. 

Σέρβιρε ξεκοκαλισμένο στήθος κοτόπουλου με μια κρεμώδη σάλτσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deboned
boned
bone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store