debauchery
de
di
bau
ˈbɔ:
baw
che
ʧə
chē
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "debauchery"στα αγγλικά

01

ακολασία, ασωτία

wild and immoral behavior that involves heavy drinking, sexual activity, or other extreme pleasures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debaucheries
Παραδείγματα
The novel describes a night of debauchery at the royal palace. 

Το μυθιστόρημα περιγράφει μια νύχτα ασωτίας στο βασιλικό παλάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store