Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deadhead
01
ηλίθιος, τεμπέλης
a stupid, dull, or lazy person
Informal
Offensive
Παραδείγματα
Only a deadhead would miss the obvious answer.
Μόνο ένας ηλίθιος θα έχανε την προφανή απάντηση.
02
τεμπέλης, παράσιτο
a nonenterprising person who is not paying his way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deadheads
03
άδειο όχημα, όχημα χωρίς επιβάτες
a train or bus or taxi traveling empty
Λεξικό Δέντρο
deadhead
dead
head



























