to dart
dart
dɑ:t
daat
carthartbarttart

Ορισμός και σημασία του "dart"στα αγγλικά

to dart
01

πετώ, κινώ γρήγορα

to move swiftly and abruptly in a particular direction 
Intransitive: to dart | to dart somewhere
to dart definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dart
γ΄ ενικό πρόσωπο
darts
ενεστώτα μετοχή
darting
απλός αόριστος
darted
παθητική μετοχή
darted
Παραδείγματα
Startled by the sudden noise, the cat darted across the room and hid under the furniture. 

Τρομαγμένος από τον ξαφνικό θόρυβο, η γάτα έσπευσε κατά μήκος του δωματίου και κρύφτηκε κάτω από τα έπιπλα.

02

ρίχνω βελάκι, βελακώνω

to shoot a small, pointed object at an animal to give it medicine or make it sleep 
Παραδείγματα
The vet darted the elephant before the surgery. 

Ο κτηνίατρος έριξε βέλος στον ελέφαντα πριν από τη χειρουργική επέμβαση.

01

μια απότομη κίνηση, μια απότομη βολή

a sudden and quick movement in a specific direction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
darts
Παραδείγματα
She made a dart for the exit when the fire alarm rang. 

Έκανε ένα dart προς την έξοδο όταν χτύπησε ο συναγερμός πυρκαγιάς.

02

βελονιά, πτυχή

a narrow, tapered fold sewn into fabric to shape it to the body 
Παραδείγματα
The tailor added a dart to give the dress a better fit. 

Ο ράφτης πρόσθεσε ένα βελονάκι για να δώσει στο φόρεμα μια καλύτερη εφαρμογή.

03

βελάκι, βέλος

a small, pointed object designed to be thrown or shot, often used in games or hunting 
Παραδείγματα
He threw the dart and hit the bullseye. 

Έριξε το βέλος και χτύπησε τον στόχο.

Λεξικό Δέντρο

darter
dart
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store