daily
daily
'deɪli
deili
dallydaisydairydrily

Ορισμός και σημασία του "daily"στα αγγλικά

01

καθημερινά, κάθε μέρα

in a way that happens every day or once a day 
daily definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
adverb of frequency
Παραδείγματα
My sister meditates daily for stress relief. 

Η αδερφή μου διαλογίζεται καθημερινά για την ανακούφιση από το στρες.

01

ημερίδα, καθημερινή εφημερίδα

a type of newspaper that is published everyday except Sunday 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dailies
Παραδείγματα
He reads the local daily every morning with his coffee. 

Διαβάζει τον τοπικό ημερολόγιο κάθε πρωί με τον καφέ του.

02

καθημερινή βοηθός οικιακών εργασιών, καθαρίστρια

a woman hired to clean and perform household chores on a day-to-day basis in someone else's home 
Dialectbritish flagBritish
ανεπίσημο
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
They hired a daily to help with the cleaning while they were at work. 

Προσέλαβαν μια καθημερινή βοηθό για να βοηθάει με το καθάρισμα ενώ ήταν στη δουλειά.

01

καθημερινός, ημερήσιος

done, happening, or produced every day 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He enjoys solving the daily crossword puzzle. 

Απολαμβάνει να λύνει τον καθημερινό σταυρόλεξο.

1.1

καθημερινός, ημερήσιος

related to or covering the work or activities done within a single day 
Παραδείγματα
The factory workers receive their pay based on the average daily wage. 

Οι εργάτες του εργοστασίου λαμβάνουν την αμοιβή τους με βάση τον μέσο ημερήσιο μισθό.

Λεξικό Δέντρο

daily
day
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store