daimon
dai
ˈdaɪ
dai
mon
mən
mēn
daemondamondaikon

Ορισμός και σημασία του "daimon"στα αγγλικά

01

δαίμονας, κακό υπερφυσικό ον

an evil supernatural being 
daimon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daimons
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store