dahlia
dah
ˈdeɪ
dei
lia
liə
liē
gallia

Ορισμός και σημασία του "dahlia"στα αγγλικά

01

ντάλια, ένα μεγάλο μεξικανικό φυτό κήπου με έντονα χρωματισμένα λουλούδια

a large Mexican garden plant with brightly colored flowers, which usually has the shape of a ball 
dahlia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dahlias
Παραδείγματα
The garden was ablaze with dahlia blooms of every hue, from deep red to vibrant orange and delicate pink. 

Ο κήπος ήταν φωτιά με άνθη ντάλια κάθε απόχρωσης, από το βαθύ κόκκινο έως το ζωηρό πορτοκαλί και το нαжное ροζ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store