Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curvature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The curvature of the race track posed a challenge for drivers navigating tight turns.
Η καμπυλότητα της πίστας αγώνων αποτέλεσε πρόκληση για τους οδηγούς που πλοηγούνταν σε στενές στροφές.
02
καμπυλότητα, καμπή
the measure of how much a curve or surface deviates from being straight or flat at a specific point
Παραδείγματα
In differential geometry, curvature helps quantify the bending or deviation of a curve at a given point.
Στη διαφορική γεωμετρία, η καμπυλότητα βοηθά στον προσδιορισμό της κάμψης ή της απόκλισης μιας καμπύλης σε ένα δεδομένο σημείο.
03
καμπυλότητα, ανώμαλη καμπυλότητα
(medicine) a curving or bending; often abnormal
Λεξικό Δέντρο
incurvature
curvature
curve



























