Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crumbly
01
εύθραυστος, τραγανός
easily breaking into small pieces when pressed
Παραδείγματα
The walls of the ancient ruins were crumbly and weathered, bearing the scars of centuries of erosion.
Οι τοίχοι των αρχαίων ερειπίων ήταν εύθραυστοι και φθαρμένοι, φέρνοντας τα σημάδια αιώνων διάβρωσης.
Λεξικό Δέντρο
crumbliness
crumbly
crumble



























