cruise ship
cruise
kru:z
κρουζ
ship
ʃɪp
σιπ

Ορισμός και σημασία του "cruise ship"στα αγγλικά

01

κρουαζιερόπλοιο, πλοίο κρουαζιέρας

a big ship for vacation trips, usually with fun things to do and entertainment on board 
cruise ship definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cruise ships
Παραδείγματα
We booked a vacation on a cruise ship that sailed through the Caribbean. 

Κλείσαμε διακοπές σε ένα κρουαζιερόπλοιο που ταξίδεψε στην Καραϊβική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store