cruel
cruel
kru:əl
krooēl
creel

Ορισμός και σημασία του "cruel"στα αγγλικά

01

σκληρός, αδίστακτος

having a desire to physically or mentally harm someone 
cruel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cruelest
συγκριτικός βαθμός
crueler
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, psychology
Παραδείγματα
The cruel bully tormented his classmates daily, enjoying their distress. 

Ο σκληρός νταής βασάνιζε καθημερινά τους συμμαθητές του, απολαμβάνοντας την αγωνία τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cruelly
cruelness
cruel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store