Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crudely
01
χυδαία, με αγενή τρόπο
in an offensively coarse or rude way, especially regarding sexual matters
Παραδείγματα
He crudely joked about private matters during the meeting.
Αστειεύτηκε αγενώς για ιδιωτικά θέματα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
χονδροειδώς, κατά προσέγγιση
in a simple, rough, or approximate way that is not very precise but conveys a general idea
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He crudely summarized the complex theory for the audience.
Χονδροειδώς περιέλαβε τη σύνθετη θεωρία για το κοινό.
03
χονδροειδώς, χωρίς λεπτότητα
in a manner lacking finesse, subtlety, or refinement
Παραδείγματα
The painter crudely applied the colors without blending.
Ο ζωγράφος εφάρμοσε αδέξια τα χρώματα χωρίς να τα αναμείξει.



























