to crucify
cru
ˈkru:
kroo
ci
si
fy
faɪ
fai
crucified

Ορισμός και σημασία του "crucify"στα αγγλικά

to crucify
01

σταυρώνω, καθηλώνω σε σταυρό

kill by nailing onto a cross 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crucify
γ΄ ενικό πρόσωπο
crucifies
ενεστώτα μετοχή
crucifying
απλός αόριστος
crucified
παθητική μετοχή
crucified
02

σταυρώνω, βασανίζω

treat cruelly 
03

σταυρώνω, κριτικάρω σκληρά

to criticize or condemn someone harshly and unfairly 
Παραδείγματα
The media crucified the celebrity for a minor mistake. 

Τα μέσα ενημέρωσης σταύρωσαν τη διασημότητα για ένα μικρό λάθος.

04

καταστέλλω, ελέγχω

hold within limits and control 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store