Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crucify
01
σταυρώνω, καθηλώνω σε σταυρό
kill by nailing onto a cross
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crucify
γ΄ ενικό πρόσωπο
crucifies
ενεστώτα μετοχή
crucifying
απλός αόριστος
crucified
παθητική μετοχή
crucified
02
σταυρώνω, βασανίζω
treat cruelly
Παραδείγματα
The media crucified the celebrity for a minor mistake.
Τα μέσα ενημέρωσης σταύρωσαν τη διασημότητα για ένα μικρό λάθος.
04
καταστέλλω, ελέγχω
hold within limits and control



























