to crucify
Pronunciation
/ˈkɹusəˌfaɪ/
crucified

Ορισμός και σημασία του "crucify"στα αγγλικά

to crucify
01

σταυρώνω, καθηλώνω σε σταυρό

kill by nailing onto a cross
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crucify
γ΄ ενικό πρόσωπο
crucifies
ενεστώτα μετοχή
crucifying
απλός αόριστος
crucified
παθητική μετοχή
crucified
02

σταυρώνω, βασανίζω

treat cruelly
03

σταυρώνω, κριτικάρω σκληρά

to criticize or condemn someone harshly and unfairly
Παραδείγματα
The teacher crucified the student for a simple error in the assignment.
Ο δάσκαλος σταύρωσε τον μαθητή για ένα απλό λάθος στην εργασία.
04

καταστέλλω, ελέγχω

hold within limits and control
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store