crucifix
cru
ˈkru:
kroo
ci
si
fix
fɪks
fiks

Ορισμός και σημασία του "crucifix"στα αγγλικά

01

σταυρός, σταυρός με εικόνα ή άγαλμα του Ιησού

a cross with a image or statue of Jesus on it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crucifixes
Παραδείγματα
The church had a large crucifix at the altar. 

Η εκκλησία είχε ένα μεγάλο σταυρό στο βωμό.

02

σταυρός, σταύρωση

a gymnastic exercise performed on the rings when the gymnast supports himself with both arms extended horizontally 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store