crucial
cru
ˈkru
κρου
cial
ʃəl
σαλ
/kɹˈuːʃə‍l/

Ορισμός και σημασία του "crucial"στα αγγλικά

01

κρίσιμος, απαραίτητος

extremely important or essential
crucial definition and meaning
Παραδείγματα
Good communication skills are crucial in building strong relationships.
Η διατροφή είναι κρίσιμη για έναν υγιή τρόπο ζωής.
02

κρίσιμος, καθοριστικός

highly relevant to a particular matter
Παραδείγματα
The data was crucial for the research conclusions.
Τα δεδομένα ήταν κρίσιμα για τα συμπεράσματα της έρευνας.
03

κρίσιμος, σε σχήμα σταυρού

having the form of a cross
Παραδείγματα
The city 's streets formed a crucial pattern, resembling a cross when viewed from above.
Οι δρόμοι της πόλης σχημάτισαν ένα κρίσιμο μοτίβο, που μοιάζει με σταυρό όταν το βλέπει κανείς από ψηλά.

Λεξικό Δέντρο

cruciality
crucially
noncrucial
crucial
cruc
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store