Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crucial
Παραδείγματα
Good communication skills are crucial in building strong relationships.
Η διατροφή είναι κρίσιμη για έναν υγιή τρόπο ζωής.
02
κρίσιμος, καθοριστικός
highly relevant to a particular matter
Παραδείγματα
The data was crucial for the research conclusions.
Τα δεδομένα ήταν κρίσιμα για τα συμπεράσματα της έρευνας.
Παραδείγματα
The city 's streets formed a crucial pattern, resembling a cross when viewed from above.
Οι δρόμοι της πόλης σχημάτισαν ένα κρίσιμο μοτίβο, που μοιάζει με σταυρό όταν το βλέπει κανείς από ψηλά.
Λεξικό Δέντρο
cruciality
crucially
noncrucial
crucial
cruc



























