Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crotchety
01
γκρινιάρης, δύστροπος
bad-tempered or prone to complaining
Παραδείγματα
The long trip left him feeling crotchety, and he snapped at his friends.
Το μακρύ ταξίδι τον άφησε γκρινιάρη, και μουρμούρισε στους φίλους του.



























