crotchety
crot
ˈkrɒ
kro
che
ʧə
chē
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "crotchety"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, δύστροπος

bad-tempered or prone to complaining 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crotchety
συγκριτικός βαθμός
more crotchety
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior
Παραδείγματα
The crotchety old man yelled at the kids playing too close to his garden. 

Ο γκρινιάρης γέρος φώναξε στα παιδιά που έπαιζαν πολύ κοντά στον κήπο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

crotchetiness
crotchety
crotchet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store