Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crotta
01
crotta, μια κυρτή λύρα
*a bowed lyre, a type of stringed instrument, associated particularly with Welsh music, now archaic but once widely played in Europe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crottas



























