Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crooked
01
στραβός, καμπύλος
not in any ways straight, with bends, curves, or disorganized angles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crooked
συγκριτικός βαθμός
more crooked
διαβαθμίσιμο
02
ανέντιμος, διεφθαρμένος
having dishonest or illegal behavior, especially for personal gain
Παραδείγματα
They trusted him until his crooked past was revealed.
Τον εμπιστεύτηκαν μέχρι που αποκαλύφθηκε το ανέντιμο παρελθόν του.
03
στραβός, ακανόνιστος
irregular in shape or outline
04
καμπούρης, κυρτός
having the back and shoulders rounded; not erect
Λεξικό Δέντρο
crookedly
crookedness
crooked
crook



























