crooked
Pronunciation
/ˈkɹʊkəd/

Ορισμός και σημασία του "crooked"στα αγγλικά

01

στραβός, καμπύλος

not in any ways straight, with bends, curves, or disorganized angles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crooked
συγκριτικός βαθμός
more crooked
διαβαθμίσιμο
02

ανέντιμος, διεφθαρμένος

having dishonest or illegal behavior, especially for personal gain
Παραδείγματα
They trusted him until his crooked past was revealed.
Τον εμπιστεύτηκαν μέχρι που αποκαλύφθηκε το ανέντιμο παρελθόν του.
03

στραβός, ακανόνιστος

irregular in shape or outline
04

καμπούρης, κυρτός

having the back and shoulders rounded; not erect

Λεξικό Δέντρο

crookedly
crookedness
crooked
crook
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store