Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crooked
01
στραβός, καμπύλος
not in any ways straight, with bends, curves, or disorganized angles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crooked
συγκριτικός βαθμός
more crooked
διαβαθμίσιμο
02
ανέντιμος, διεφθαρμένος
having dishonest or illegal behavior, especially for personal gain
Παραδείγματα
The crooked politician accepted bribes from multiple companies.
Ο διεφθαρμένος πολιτικός δέχτηκε δωροδοκίες από πολλές εταιρείες.
03
στραβός, ακανόνιστος
irregular in shape or outline
04
καμπούρης, κυρτός
having the back and shoulders rounded; not erect
Λεξικό Δέντρο
crookedly
crookedness
crooked
crook



























