critter
cri
ˈkrɪ
kri
tter
clitterchitter

Ορισμός και σημασία του "critter"στα αγγλικά

01

πλάσμα, ζώο

a creature, especially a small or domestic animal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
critters
Παραδείγματα
The barn was full of noisy critters, from goats to chickens. 

Ο αχυρώνας ήταν γεμάτος με θορυβώδη πλάσματα, από κατσίκια μέχρι κοτόπουλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store