criterion
cri
kraɪ
krai
te
ˈtɪə
tie
rion
riən
riēn
empyreanassyrianvalerianillyrian

Ορισμός και σημασία του "criterion"στα αγγλικά

01

κριτήριο, συνθήκη

a specific condition or factor that is utilized for the evaluation of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
criteria
Παραδείγματα
One criterion for selecting a candidate for the job is their relevant work experience. 

Ένα κριτήριο για την επιλογή ενός υποψηφίου για τη δουλειά είναι η σχετική εργασιακή του εμπειρία.

02

κριτήριο, πρότυπο αναφοράς

a standard model which one uses as a reference when judging something 
Παραδείγματα
The four-cylinder engine serves as the criterion when deciding the performance level of compact cars. 

Ο τετράκυλινδρος κινητήρας χρησιμεύει ως κριτήριο κατά την απόφαση του επιπέδου απόδοσης των συμπαγών αυτοκινήτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

criterial
criterional
criterion
critic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store