Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crispy
01
τραγανός, κριτσανιστός
(of food) having a firm, dry texture that makes a sharp, crunching sound when broken or bitten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
crispiest
συγκριτικός βαθμός
crispier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crispy crust of the pizza crackled as they took each bite.
Η τραγανή κρούστα της πίτσας τρίζει με κάθε δαγκωνιά.
02
κούλ, στυλάτος
(Pennsylvania) cool, impressive, or stylish
slang
Παραδείγματα
I need a haircut to look crispy for the party.
Χρειάζομαι κούρεμα για να δείχνω κουλ στο πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
crispiness
crispy
crisp



























