Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cripple
01
παρεμποδίζω, αναπηρίζω
to inflict severe damage to someone's body so that they are unable to walk or move properly
Transitive: to cripple sb
Παραδείγματα
The construction worker took precautions to avoid accidents that could cripple him.
Ο εργάτης κατασκευών πήρε προφυλάξεις για να αποφύγει ατυχήματα που θα μπορούσαν να τον παρεμποδίσουν.
02
παρεμποδίζω, παραλύω
to cause serious damage that prevents someone or something from working or functioning properly
Transitive: to cripple a system or operation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cripple
γ΄ ενικό πρόσωπο
cripples
ενεστώτα μετοχή
crippling
απλός αόριστος
crippled
παθητική μετοχή
crippled
Παραδείγματα
The heavy regulations have the potential to cripple small businesses.
Οι αυστηροί κανονισμοί έχουν τη δυνατότητα να παραλύσουν τις μικρές επιχειρήσεις.
Cripple
01
ανάπηρος, άτομο με αναπηρία
someone who is unable to walk normally because of an injury or disability to the legs or back
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cripples
Λεξικό Δέντρο
crippled
crippling
cripple



























