cringeworthy
cringe
krɪnʤ
krinj
wor
wɜ:
thy
ði
dhi

Ορισμός και σημασία του "cringeworthy"στα αγγλικά

cringeworthy
01

αμηχανητικός, αποκρουστικός

causing embarrassment, discomfort, or awkwardness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cringeworthy
συγκριτικός βαθμός
more cringeworthy
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The speech was cringeworthy and made everyone wince. 

Η ομιλία ήταν αμήχανη και έκανε όλους να ανατριχιάσουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store