to crank up
crank
krænk
krānk
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "crank up"στα αγγλικά

to crank up
01

περιστρέφω με μανιβέλα, γυρίζω με μανιβέλα

rotate with a crank 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
crank
ενεστώτας
crank up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cranks up
ενεστώτα μετοχή
cranking up
απλός αόριστος
cranked up
παθητική μετοχή
cranked up
02

ξεκινώ γυρίζοντας μια μανιβέλα, ενεργοποιώ γυρίζοντας

to start something by turning a handle or lever 
Παραδείγματα
He had to crank up the old car's engine on the cold morning. 

Έπρεπε να ξεκινήσει τη μηχανή του παλιού αυτοκινήτου στο κρύο πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store