Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crackling
01
κροτάλισμα, τρίξιμο
the sharp sound of popping and snapping, often associated with the breaking or burning of materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The popping and crackling of the popcorn machine signaled the start of movie night.
Ο κρότος και το σκάσιμο του μηχανήματος ποπ κορν σήμανε την έναρξη της βραδιάς κινηματογράφου.
02
κρακλίνγκ, υπολείμματα από το λίπος ζώου
the residue that remains after animal fat has been rendered



























