Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crackpot
01
εκκεντρικός, πρωτότυπο
a whimsically eccentric person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crackpots
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
crackpot
crack
pot



























